ακυρώνω


ακυρώνω
(Α ἀκυρῶ, -όω)
κάνω κάτι άκυρο, καταργώ, ανακαλώ
αρχ.
1. θέτω κάτι σε αχρηστία, αθετώ
2. κάνω κάτι ανίσχυρο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < άκυρος.
ΠΑΡ. αρχ. ἀκύρωσις, νεοελλ. ακυρώσιμος, ακυρωτικός].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ακυρώνω — ακυρώνω, ακύρωσα βλ. πίν. 3 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ακυρώνω — [акироно] р. объявлять недействительным, отменять, аннулировать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ακυρώνω — ωσα, ώθηκα, ωμένος, κάνω κάτι άκυρο, καταργώ: Η δημοπρασία τελικά ακυρώθηκε και θα ξαναγίνει …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • άκυρος — η, ο (AM ἄκυρος, ον) αυτός που δεν έχει νόμιμο κύρος, που δεν ισχύει πια μσν. φρ. «ἄκυρος ἀμφορεύς», η ψηφοδόχος κάλπη, όπου έριχναν τις ουδέτερες ψήφους αρχ. 1. (για πρόσωπα) αυτός που δεν έχει δικαίωμα ή εξουσία σε κάτι 2. (για πράγματα)… …   Dictionary of Greek

  • αίρω — Μυθολογικό πρόσωπο. Κόρη του Οινωπίωνα, βασιλιά της Χίου και πρώτου οικιστή του νησιού, σύζυγος του Ωρίωνα και μητέρα του Χίου, που έδωσε το όνομά του στο νησί Οφιούσα. * * * (Α αἴρω και ποιητ. ἀείρω) 1. σηκώνω, υψώνω 2. σηκώνω κάτι και τό κρατώ… …   Dictionary of Greek

  • αθετώ — ( έω) (Α ἀθετῶ) θέτω κατά μέρος, παραμελώ, αγνοώ, παραβιάζω (συμφωνία, υπόσχεση ή όρκο) αρχ. 1. απορρίπτω, ακυρώνω, αρνούμαι κάτι 2. διαφωνώ 3. αδιαφορώ, περιφρονώ 4. επαναστατώ 5. γραμμ. απορρίπτω λέξη, χωρίο ή γραμματικό τύπο ως νόθο, οβελίζω.… …   Dictionary of Greek

  • ακυροποιώ — κάνω κάτι άκυρο, ακυρώνω. [ΕΤΥΜΟΛ. < άκυρος + ποιώ] …   Dictionary of Greek

  • ακυρωτικός — ή, ό [ακυρώνω] αυτός που έχει τη δύναμη ή το δικαίωμα να ακυρώσει κάτι …   Dictionary of Greek

  • ακυρώ — ἀκυρῶ ( όω) (Α) βλ. ακυρώνω …   Dictionary of Greek

  • ανάδαστος — ἀνάδαστος, ον (Α) [ἀναδατέομαι] 1. αυτός που διαμοιράστηκε εκ νέου, που ξαναμοιράστηκε 2. φρ. «ἀνάδαστον ποιῶ τι», ακυρώνω, ματαιώνω, καταργώ …   Dictionary of Greek